ἔκτυπος

ἔκτῠπ-ος, ον,
A worked in relief, Ion Trag.42, Aristeas 58, D.S.18.26, etc.;

φιάλη . . ἔ. ζῷα ἔχουσα IG11(2).161

B76 (Delos, iii B.C.); ἔκτυπα, τά, Plin.HN35.152.
2 distinct,

φαντασία Stoic.2.21

: [comp] Comp., Hsch. Adv. -πως with a distinct impression or character, opp. συγκεχυμένως, S.E.M.7.171.
II formed in outline: ἔκτυπον, τό, rough sketch,

δι' ἐκτύπων γεγραμμένη [ἱστορία Marcellin.Vit. Thuc. 44

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκτυπος — worked in relief masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκτυπος — η, ο (AM ἔκτυπος, ον) Ι. 1. ο τυπωμένος έτσι ώστε να παρουσιάζεται ανάγλυφος 2. το ουδ. ως ουσ. το έκτυπο(ν) ανάγλυφο τού οποίου οι μορφές προεξέχουν από την επιφάνεια αρχ. 1. χωριστός, ευκρινής 2. ο σχηματισμένος σε γενικές γραμμές, σαν πρόχειρο …   Dictionary of Greek

  • έκτυπος — η, ο 1. που εκτυπώθηκε έτσι, ώστε να παρουσιάζει ανάγλυφη τη μορφή, ανάγλυφος. 2. το ουδ. ως ουσ., έκτυπο ανάγλυφο με παραστάσεις που εξέχουν πολύ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκτυπώτερον — ἔκτυπος worked in relief masc acc comp sg ἔκτυπος worked in relief neut nom/voc/acc comp sg ἔκτυπος worked in relief adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτυπωτέρων — ἔκτυπος worked in relief fem gen comp pl ἔκτυπος worked in relief masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτύπως — ἔκτυπος worked in relief adverbial ἔκτυπος worked in relief masc/fem acc pl (doric) ἐκτυπόω model imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἐκτυπόω model imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτυπον — ἔκτυπος worked in relief masc/fem acc sg ἔκτυπος worked in relief neut nom/voc/acc sg κτυπέω crash aor ind act 3rd pl (epic) κτυπέω crash aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτυπωτέρως — ἔκτυπος worked in relief masc acc comp pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτυπωτέρῳ — ἔκτυπος worked in relief masc/neut dat comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτύποις — ἔκτυπος worked in relief masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτύπους — ἔκτυπος worked in relief masc/fem acc pl ἐκτυπόω model imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) ἐκτυπόω model imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.